Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Ο Μάρτυς Μπαλτάκος

Τα τελευταία χρόνια, οι τελευταίοι μήνες, οι τελευταίες μέρες μοιάζουν σαν μία μεγάλη προσπάθεια να πειστεί και ο τελευταίος αφελής για το πραγματικό πρόσωπο του καθεστώτος. Αυτό που δεν κατάφερε να αναδείξει η αριστερά το πετυχαίνει από μόνη της η σημερινή κυβέρνηση.

Έτσι ο Μπαλτάκος δεν ήρθε σήμερα να πει κάτι καινούργιο που δεν ήξερε (ή δεν υπέθετε έστω) κανείς, αλλά να αποδείξει ξεκάθαρα και με απόλυτη σαφήνεια και στους τελευταίους δύσπιστους όλα όσα λέγαμε τόσο καιρό: Πως όχι μόνο κυβέρνηση και Χρυσή Αυγή βρίσκονται σε στενή σχέση και συνεργασία αλλά και πως η κυβέρνηση ελέγχει και κατευθύνει την δικαιοσύνη.

Έτσι όλοι αυτοί που μέχρι χτες επικήρυσσαν «τρομοκράτες» σε στυλ far west και έψαχναν για «συγκοινωνούντα δοχεία» κάνοντας ηθικά κηρύγματα, είναι οι ίδιοι που σήμερα αποδεικνύονται για ακόμα μία φορά, πιο καθοριστικής σημασίας αυτή τη φορά, μάστορες της διαπλοκής και της απάτης. Είναι εκείνοι που κάτω απ' το άγρυπνο βλέμμα των αγίων τους εικόνων συνωμοτούν ανοιχτά, φανερώνοντας όλη τους την υποκρισία και την ψευτιά τους.

Εκείνοι που μιλάν για δικαιοσύνη ακολουθώντας τις πιο άδικες πολιτικές που θα μπορούσαν, είναι εκείνοι που διατάζουν με ευθύς εντολές την δικαιοσύνη, όπως φωνάζαμε πάντα και αποδείχτηκε τώρα. Που ελέγχουν τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης δημοσιογράφους, όπως ξέρουν όλοι. Είναι οι ίδιοι που με τη σειρά τους ακολουθούν πιστά τις εντολές που παίρνουν απ' το ξένο κεφάλαιο πρώτα απ' όλα, τα μεγάλα κέντρα της Γερμανίας και των Η.Π.Α., όσο και του ντόπιου κεφαλαίου όσο του αναλογεί.

Αυτή που ξεσκεπάζεται σήμερα ήταν η «δημοκρατία» και η «δικαιοσύνη» όλα αυτά τα χρόνια. Και δεν θα μπορούσε να είναι άλλη. Αυτό το καθεστώς που δίκασε, καταδίκασε, αποφάσισε, έκλεψε, καταπάτησε και διέλυσε εν τέλει τη χώρα.

Χαρακτηριστικό της «δημοκρατίας» μας είναι εν τέλει η σταθερότητα της κυβέρνησης στην θέση της ακόμη και μετά την αποκάλυψη πως η δικαιοσύνη είναι κι εκείνη ένα μαντρί επίορκων.

Η Χρυσή Αυγή δεν εκφράζει ούτε τον φασισμό ούτε τον ολοκληρωτισμό στην Ελλάδα. Αποτελεί απλώς την πιο καθαρή εκδοχή του. Όμως ο φασισμός δεν μπήκε στη βουλή, στα τηλεοπτικά παράθυρα και στην κοινωνία ούτε με την είσοδο της Χρυσής Αυγής ούτε με την είσοδο του ΛΑ.Ο.Σ. όπως παλιότερα έλεγαν κάποιοι. Ο φασισμός ήταν ήδη και στη βουλή και στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ποτέ δεν έφυγε.

Τι να πρωτοθυμηθούμε; Τον άδικο εκλογικό νόμο που κάποτε είχε φτάσει να αναδείξει κυβέρνηση το δεύτερο σε ψήφους κόμμα; «Δημοκράτες» που κατά την εξέγερση του 2008 ζητούσαν την επέμβαση του στρατού, που ζητούσαν να κατέβουν άρματα μάχης στους δρόμους; Τους πολιτικούς και δημοσιογράφους που εξοργίζονταν που οι φύλακες δεν πυροβόλησαν εν ψυχρό και χωρίς λόγο τον δραπέτη Παλαιοκώστα; Τις αναρίθμητες παραβάσεις ακόμα και του δικού τους του συντάγματος;

Αυτές είναι οι «δημοκρατικές» δυνάμεις που κυβερνούσαν και κυβερνάν τον τόπο από την λεγόμενη πτώση της δικτατορίας και την αρχή της μεταπολίτευσης. Η λεγόμενη αυτή «πτώση» δεν ήταν άλλο από μια διαδικασία «εκδημοκρατισμού» σαν αυτή που ξεκίνησε αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει η χουντική κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Μια τυπική διαδικασία αλλαγής σκυτάλης στο αεροδρόμιο, όπου παραδόθηκε στα χέρια του Καραμανλή για να εγκαινιάσει την νέα περίοδο με αμνηστεύσεις χουντικών.

Για να φτάσουμε σιγά σιγά έτσι εν έτει 2014 με τους δημοσιογράφους να προσπαθούν πλέον ανοιχτά να βγάλουν λάδι τον υπουργό της χούντας Μομφεράτο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως εάν ο Παττακός ήταν 20 χρόνια νεότερος θα ήταν υπουργός.

Αξίζει τέλος να μην ξεχάσουμε και κάπου εδώ να θυμηθούμε και να αναφέρουμε την δήλωση του ΣΥΡΙΖΑ πως εμπιστεύεται την δικαιοσύνη. Τους ιστορικούς και πολιτικούς συνεχιστές όσων είχαν γράψει στην ΑΥΓΗ ότι δεν υπάρχει κίνδυνος πραξικοπήματος μια μέρα πριν την χούντα.

Το πραγματικό πρόσωπο αυτού του καθεστώτος γίνεται ολοένα και πιο φανερό στον καθένα. Και αν κάποιοι ξυπνάνε αργοπορημένα σήμερα γι αυτούς αντιστοιχούν άλλοι πόσοι που πλέον δεν θα ανεχτούν άλλο αυτή την κοροϊδία. Δεν τίθεται η παραμικρή αμφιβολία πλέον, η Ελλάδα είναι μια παραφορτωμένη μπαρουταποθήκη. Το ερώτημα είναι, ποιος θα ανάψει τη σπίθα;
Η αναφορά της πηγής είναι θέμα καλού χαρακτήρα, αλλά ο καλός χαρακτήρας δεν είναι υποχρεωτικός 🏴